Σε μία χώρα που ό,τι κι αν γίνεται φταίει σχεδόν 100% ο προπονητής, η Εθνική ομάδα, το καμάρι όλης της Ελλάδας (κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ειδικά μετά από αποτυχίες), δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Η πλειοψηφία αναλώνεται στο «ξεψάχνισμα» (και μετά από αποτελέσματα σαν αυτά των δύο τελευταίων χρόνων στο «ξέσκισμα») του κόουτς αλλά και των παικτών και ξεχνά ότι στην εξίσωση υπάρχει κι άλλος και μάλιστα πιο πάνω: Η διοίκηση.
Ο Αντρέα Τρινκιέρι έχει μεγάλες ευθύνες για τον πρόωρο αποκλεισμό της ομάδας μας από τη συνέχεια του Ευρωμπάσκετ κι αυτό δε χωρά αμφισβήτηση. Από το «στήσιμο» της ομάδας μέχρι τη διαχείριση του υλικού σε πολλά ματς αλλά και το «διάβασμα» του αντιπάλου. Η «σταύρωσή» του ήταν αναμενόμενη. Όπως και του Ηλία Ζούρου, όπως και του Γιόνας Καζλάουσκας… Όλοι τους χρεώθηκαν και πράγματα στα οποία δεν έφταιγαν. Ακόμα και τα 21 επιθετικά ριμπάουντ της Σλοβενίας, λόγου χάρη.
Ο Τρινκιέρι αντιμετωπίστηκε από την αρχή με μεγάλη δυσπιστία, όχι γιατί δεν ξέρει μπάσκετ, αλλά διότι δεν έχει το «ειδικό βάρος» για να μην πέσουν πάνω του τα πάντα. Όπως δεν το είχε ο Ζούρος, όπως δεν το είχε ο Καζλάουσκας… Η δυσπιστία μάλιστα, πριν η Εθνική παίξει ένα φιλικό, έδωσε τη θέση της στη χλεύη με τα περί… εθνικού σταρ.
Αφήνοντας στην άκρη την απογοήτευση, πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας μία σημαντική παράμετρο: Η Εθνική Ομάδα δεν είναι σύλλογος. Είναι μία ιδιαίτερη κατάσταση. Ένα σύνολο που μαζεύεται ένα μήνα πριν από τις μεγάλες διοργανώσεις, έχει λίγο χρόνο για να γίνει «ομάδα», πρόβλημα που μεγαλώνει τα τελευταία χρόνια από τις πολλές απουσίες μεγάλων παικτών και τις συνεχείς αλλαγές των «κορμών». Αυτός είναι και ο λόγος που μεγάλοι προπονητές έχουν στο παθητικό τους παταγώδεις αποτυχίες σε εθνικό επίπεδο.
Όλα αυτά δεν είναι υπεράσπιση του Τρινκιέρι, προς Θεού. Στο μπάσκετ ο προπονητής είναι ο καπετάνιος και εν προκειμένω ο καπετάνιος έκανε λάθη. Το να τον ρίξουμε στην πυρά είναι το πλέον εύκολο. Το ίδιο έγινε και με τους προκατόχους του. Ευθύνη έχουν και οι παίκτες. Για να ασχοληθούμε όμως λίγο και με την ουσία… Τους προπονητές ποιος τους επιλέγει; Δεδομένες οι ευθύνες του «κορμού» και των «άκρων». Η «κεφαλή» δεν έχει καμία ευθύνη για τις επιλογές της και κατ’ επέκταση τη φθίνουσα πορεία της Εθνικής τα τελευταία χρόνια;
Η ΕΟΚ έχει δύο δρόμους. Είτε να (καταφέρει επιτέλους) να στηρίξει μία επιλογή της (εν προκειμένω τον Τρινκέρι, εφόσον τον πιστεύει, είτε να φέρει έναν προπονητή πρώτης κλάσης, καθολικής αποδοχής, που να μπορέσει να παραμείνει χρόνια για να παράγει έργο. Και όταν λέμε καθολικής αποδοχής δεν εννοούμε από τα 11 εκατομμύρια προπονητών που υπάρχουν στην Ελλάδα, αλλά πρώτα απ’ όλα από την ίδια την ΕΟΚ. Έναν κόουτς που να μη στήνεται στο απόσπασμα με το καλημέρα.
Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο προπονητής; Ένας επιπέδου Ομπράντοβιτς και Ίβκοβιτς. Και Μεσίνα. Όχι μόνο για αγωνιστικούς λόγους. Εδώ ανοίγει το κεφάλαιο Έλληνες προπονητές. Η χώρα μας έχει εξαιρετικούς κόουτς και θα ήταν ευχής έργον να αναλάβει την ομάδα μας ένας γηγενής, που ασφαλώς ξέρει καλύτερα και την ελληνική πραγματικότητα, τη νοοτροπία. Μπορεί, όμως, κάποιος απ’ αυτούς να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι; Να γίνει το απόλυτο αφεντικό στην ομάδα; Να μη χρεωθεί και την πτώση του τείχους του Βερολίνου σε περίπτωση αποτυχίας; Να μην πλανώνται πάνω από το κεφάλι του σύννεφα τύπου «αυτόν τον παίκτη δεν τον επέλεξε ο κόουτς, του τον επέβαλαν»; Με τις υπάρχουσες συνθήκες, μπορεί ένας Μαρκόπουλος, ένας Κατσικάρης, ένας Γιαννάκης, ένας Σφαιρόπουλος, ένας Αγγέλου (είναι κι άλλοι βέβαια) να αντέξουν; Να μην τους καταπιούν αμάσητους σε μία αποτυχία όπως τη φετινή; Η ευχή μας είναι ΜΑΚΑΡΙ. Μέχρι να το δούμε, όμως…
Το κεφάλαιο «προπονητής του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού» είναι άλλη, πονεμένη ιστορία. Έχουμε τόσο αρρωστημένη νοοτροπία, που θα κράζουμε τον Πεδουλάκη αν βγάλει από το ματς τον Σπανούλλη και τον Μπαρτζώκα αν δε βάλει τον Μπράμο. Χώρια που παρότι πρόκειται για την Εθνική μας, η μισή Ελλάδα θα τους βρίζει. Αυτό (προφανώς) οδήγησε και την ΕΟΚ στην απόφασςη του «εμπάργκο» στους κόουτς των «αιωνίων». Για όσους υποστηρίζουν ότι μένει ανεπηρέαστη από την κοινή γνώμη (δηλαδή τα 11 εκατομμύρια προπονητών, αλλά και του Τύπου).
Η ΕΟΚ πρέπει να αλλάξει πολλά στη λειτουργία, στον τρόπο σκέψης και δράσης της πριν επιλέξει προπονητή. Επιστρέφοντας στο θέμα του πρωτοκλασάτου ξένου κόουτς, το θέμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Ένας μεγάλος κόουτς έρχεται σε μία ομάδα με λιγότερα χρήματα όταν αυτή είναι topclass. Γιατί (για όσους το ξέχασαν) η Εθνική μας είναι ακόμα στο πάνω ράφι. Θέλει η Ελλάδα έναν Ομπράντοβιτς στον πάγκο της; Που αν δει οτιδήποτε περίεργο… πού σε πονεί και πού σε σφάζει;
Αν μείνουμε στο ανάθεμα κατά του (κάθε) Τρινκιέρι, βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Προτιμάμε την εύκολη λύση και δε βάζουμε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Το ζητούμενο είναι να έρθει και να παραμείνει στην ομάδα ένας προπονητής ο οποίος θα μπορέσει να δουλέψει ΑΠΡΟΣΚΟΠΤΑ για χρόνια. Όπως έγινε με τον Παναγιώτη Γιαννάκη, τον οποίο φυσικά στήριξαν και τα αποτελέσματα. Αν στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου τερματίζαμε 9οι, φανταστείτε τη συνέχεια…