Αποκαλύψεις του προέδρου των τίτλων, Άκη Μιχαηλίδη για Γκάλη, Γιαννάκη, Βεζυρτζή! Μέρος Α’
Μια μεγάλη και αποκαλυπτική συνέντευξη, σπάνια είναι η αλήθεια, του προέδρο των τίτλων του Άρη, Άκη Μιχαηλίδη, φιλοξενεί σε δύο μέρη η εφημερίδα “Arena Press”. Χθες δημοσιεύθηκε το πρώτο μέρος, το οποίο και παραθέτουμε, και σήμερα Τετάρτη (3/12), θα δημοσιευθεί στην εφημερίδα που θα είναι στα περίπτερα, το δεύτερο μέρος, που είναι εξίσου ενδιαφέρον, καθώς μιλά για το παρόν και το μέλλον του Άρη!
Διαβάστε τι είπε στο πρώτο μέρος της συνέντευξης στον συνάδελφο Γιάννη Δασκάλου και στην “Αrena Press”.
«Πρόεδρε καλημέρα. Πέρασαν πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που μίλησες. Θα ήθελα να μου παραχωρήσεις μια συνέντευξη για την «ArenaPress». Για όλους και για όλα, για το χθες και το σήμερα…» Η αλήθεια είναι ότι με το που ολοκλήρωσα την φράση μου, στο τηλεφώνημά μου προς τον Άκη Μιχαηλίδη, περίμενα μια… κομψή άρνηση. Η απάντηση με εξέπληξε: «Γιάννη μου, μετά χαράς. Πες μου πότε και που». Τα υπόλοιπα ήταν πολύ εύκολα να κανονιστούν. Μια ήταν η δυσκολία μου: Τι να πρωτορωτήσω τον πρόεδρο των τίτλων. Τον άνθρωπο που επί των διοικητικών ημερών του, η Ελλάδα γνώριζε την πιο «φονική», αναγνωρίσιμη, αγαπημένη αθλητική μηχανή της ιστορίας της από τον Έβρο ως την Κρήτη. Θα μπορούσες να μιλάς μαζί του ώρες, μέρες, ατελείωτα, για τα έργα και τις ημέρες της ομάδας του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Ιωαννίδη, των τίτλων, των χαμένων finalfor, την ομάδα του 20ου αιώνα όπως είχε ανακηρυχθεί. Τελικά το αποφάσισα: Θα αφήσω την κουβέντα να κυλήσει και όπου μας βγάλει. Το αποτέλεσμα; Θα το κρίνεται μόνοι σας. Ο Άκης Μιχαηλίδης πάντως, τα είπε όλα και τα είπε με το όνομά τους. Ίσως για πρώτη φορά.
Θα ξεκινήσω με κάτι απλό: Πως ένοιωθες όταν διοικούσες εκείνον τον Άρη;
«Σαν ερασιτέχνης. Κυριολεκτικά. Δεν είχα καμιά σχέση με τα διοικητικά. Δεν είχε καν περάσει από το μυαλό μου να εμπλακώ. Είχα σοβαρές επιχειρηματικές υποχρεώσεις, ήμουν πολύ απορροφημένος με την δουλειά μου, τα χρόνια ήταν πολύ δημιουργικά και πολύ καλά. Όταν ανέλαβα τον Άρη δεν γνώριζα πολλά, δεν εμπλεκόμουν με τα αγωνιστικά, αλλά είχα στόχο την σωστή οργάνωση και διοικητική δομή. Και φυσικά, πλήρωνα. Χωρίς χρήματα τίποτα δεν θα μπορούσα να συμβεί. Ήταν πολλές οι συγκυρίες, οι περισσότερες ευνοϊκές, που δημιούργησαν εκείνη την υπερομάδα. Εμείς εκμεταλλευτήκαμε την συγκυρία, είχαμε όραμα, ο κόσμος έγινε μπροστάρης και οδηγός και τα υπόλοιπα τα έγραψε η ιστορία».
Οι συγκυρίες «κλειδιά» ποιες ήταν, για να φτάσουμε στα χρόνια της Αυτοκρατορίας;
«Κάποια στιγμή, ο Σάκης ο Παπαβασιλείου ήρθε και με βρήκε και μου ζήτησε βοήθεια: «Άκη, διαλυόμαστε». Και όντως έτσι ήταν. Ο συγχωρεμένος ο Μελισσάρης είχε παραιτηθεί και ο πρωταθλητής Άρης όδευε προς το πρωτοδικείο. Αποφάσισα να βοηθήσω και να συνεργαστώ με πολύ έντονες προσωπικότητες. Ο καθένας έκανε την δουλειά του. Υπήρχε πολύ σωστή διαχείριση. Άκουγα τους πάντες και στο τέλος αποφάσιζα εγώ. Ο Ιωαννίδης ήταν ο αρχηγός του αγωνιστικού και ικανοποιούνταν όλα του τα αιτήματα. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, ατίθασος, αλλά υπήρχε ειδικά τα πρώτα χρόνια αμοιβαίος σεβασμός. Ο αείμνηστος ο Ανέστης Πεταλίδης ήταν γενικός αρχηγός. Υπήρχε μια απλήρωτη ομάδα, αλλά μέσα σε αυτήν υπήρχε το φαινόμενο που λεγόταν Νίκος Γκάλης. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που επέλεξε τον Άρη και ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Μετά το χαμένο μπαράζ της Κέρκυρας, η απώλεια του πρωταθλήματος και η απώλεια του κυπέλλου από τον ΠΑΟΚ το 1984, μας πείσμωσε. Μετά η μηχανή πήρε μπροστά και τα παίρναμε όλα. Κάναμε δικό μας τον Φιλίππου που έπαιζε δανεικός από τα Γιάννενα, πήραμε τον Κοκκολάκη, μετά «κόλλησε» στην ομάδα και ο Σούμποτιτς, τον οποίο γνώριζε προσωπικά ο Λάζαρος Λέσιτς και τα υπόλοιπα τα ξέρετε».
Πώς κρατούσατε τις ισορροπίες; Υπήρχε και εκείνη η υποβόσκουσα κόντρα Γκάλη – Γιαννάκη, υπήρχαν τα φοβερά ποσά που διαπραγματευόσασταν για να τους κρατήσεις στην ομάδα. Κάποιο σχέδιο θα είχατε…
«Ήταν δύσκολο να κρατηθούν οι ισορροπίες, αλλά υπήρχε επαγγελματισμός. Ξεκινώντας από τα συμβόλαια, ποτέ δεν είχα κάποιο πλάνο στο μυαλό μου όταν πήγαινα να διαπραγματευτώ. Τότε δεν υπήρχαν συμβόλαια, ήταν ερασιτεχνικό το μπάσκετ, δεν υπήρχαν οι ΚΑΕ. Κάναμε συμφωνίες τις οποίες, στο τέλος, δεν τηρούσαμε. Για παράδειγμα, ο Παναγιώτης είχε κάνει 5ετή συμφωνία όταν ήρθε, αλλά μετά το πρώτο χρόνο την άλλαξε. Ζητούσε περισσότερα, τα απαιτούσε και το άξιζε. Ούτε ρήτρες υπήρχαν, ούτε τίποτα. Και ο Νίκος. Δεν τον ψυχολογούσες εύκολα. Ήταν πολύ κλειστός, σκληρός διαπραγματευτής, έλεγε ένα ποσό που πίστευε ότι αξίζει και αυτό ήταν. Τα ποσά ήταν τεράστια, αλλά χαλάλι τους. Από την καρδιά μου το λέω, άξιζαν κάθε δραχμή που πήραν. Για το θέμα της μεταξύ τους κόντρας τώρα, αλήθεια, δεν είχα διαπιστώσει κάτι στις σχέσεις τους. Ούτε σε μένα είχε πει κάτι κάποιος από τους δυο. Απλά, ο Γιαννάκης ενοχλούνταν κάπως, επειδή ο Γκάλης ήταν πάντα στο προσκήνιο σαν αρχισκόρερ και αυτός δεν αναγνωριζόταν όσο επιθυμούσε, κάνοντας πολλές «βρώμικες» δουλειές. Βεβαιώνω ότι μεταξύ ους υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός και εκτίμηση όμως».
Ξέρουμε ότι σας είχαν κάνει τεράστιες προτάσεις, ομάδες του εξωτερικού, για να τους αγοράσουν. Ειδικά τον Γκάλη. Πώς και αρνηθήκατε;
«Στον Άρη είχαμε μια αρχή. Δεν πουλούσαμε παίκτη. Πουθενά και σε κανέναν. Οι προτάσεις που είχαμε δεχθεί, ειδικά για τον Γκάλη, ήταν μυθικές. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να πωληθεί ο Νικ με όλα τα λεφτά του κόσμου. Το ίδιο και ο Γιαννάκης. Και αυτό το κατάλαβε και ο Κοσκωτάς, όταν πήγε να μας τον κλέψει πίσω από την πλάτη μας. Από τον Άρη δεν έφευγε κανείς. Μόνο τον Τσιτάκη πουλήσαμε στον Ηρακλή και ο Ιωαννίδης μου το χτυπούσε για καμιά τριετία (γέλια)».
Ο Άρης ήταν ο «χαϊδεμένος» του ελληνικού μπάσκετ; Είχε διαιτητικές αβάντες και ιδιαίτερη μεταχείριση;
«Το ακριβώς αντίθετο. Ο Άρης δεχόταν ανελέητο πόλεμο. Δεν μπορούσαν εκεί στην Αθήνα να χωνέψουν ότι μια ομάδα από την Θεσσαλονίκη, εκτός συστήματος, τους χορεύει στο ταψί. Και ο Γιαννακόπουλος αποφάσισε να ξοδέψει κάποια στιγμή χρήματα, αλλά έτρωγε αγωνιστικά σφαλιάρες. Με αυτήν την ιδέα δεν μπορούσε να συμβιβαστεί ούτε ο Βασιλακόπουλος και μας προκαλούσε προβλήματα μέσω της ΕΟΚ».
Πού το στηρίζετε αυτό που λέτε;
«Είναι απλό. Αν τότε, η ΕΟΚ επέτρεπε δεύτερο ξένο στο ελληνικό πρωτάθλημα, ο Άρης θα είχε πάρει συνεχόμενα 3-4 πρωταθλήματα Ευρώπης. Θυμάστε ότι ήμασταν η μοναδική ομάδα από τα ευρωπαϊκά μεγαθήρια τύπου Μπαρτσελόνα, Μακάμπι, Λιμόζ, Τρέϊσερ, που είχε μόνο έναν ξένο στην σύνθεσή της. Ποιος καλός Αμερικανός παίκτης θα δεχόταν να έρθει τότε για να παίζει στο πρωταθλητριών, ένα παιχνίδι την εβδομάδα; Κανένας. Αυτή η σκόπιμη εμμονή της ΕΟΚ λοιπόν, μας στοίχισε. Όταν έφυγα άλλωστε από τον Άρη και το μπάσκετ κατέβηκε στην Αθήνα, άφησαν τα πάντα. Ξένους, κοινοτικούς, απεριόριστους ξένους. Τυχαίο; Δεν νομίζω».
Είπατε ότι το μπάσκετ κατέβηκε στην Αθήνα. Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό και πόσο σας στοίχισε;
«Μου στοίχισε πολύ. Αλλιώς είχα συνηθίσει τον Άρη. Πρωταθλητή, τροπαιούχο, σαρωτικό. Αλλά ποιος φταίει γι’ αυτό; Εμείς το δώσαμε το μπάσκετ στην Αθήνα, όταν υποστείλαμε την σημαία μας και την δώσαμε στον αντίπαλό μας. Και μιλάω για τον Γκάλη. Ήταν έγκλημα που έφυγε αυτός ο άνθρωπος. Είναι σαν να έχεις το πρώτο βιολί της ορχήστρας και να το διώχνεις. Γίνετε αυτό; Ποτέ. Έπρεπε να μείνει με οποιονδήποτε τρόπο. Ας έμενε αυτός και ας έφευγαν όλοι οι άλλοι. Μετά κατάλαβαν όλοι το λάθος τους εκ των υστέρων».
Πάμε και στις μυθικές μάχες με τον ΠΑΟΚ. Πώς τις βιώνατε και πως νοιώθατε για το αντίπαλο δέος σας, τον Νίκο Βεζυρτζή;
«Θα ξεκινήσω από τον Νίκο τον Βεζυρτζή. Όπως και τότε έτσι και τώρα, ήμασταν και παραμένουμε φίλοι. Υπήρχε σεβασμός και αντιπαλότητα μόνο για τα σαράντα λεπτά του αγώνα. Καμιά σχέση με το σημερινό επίπεδο της διοικητικής κόντρας των Αθηναϊκών ομάδων. Εγώ πήγα και μάρτυρας υπεράσπισής του σε δικαστήριο μάλιστα. Έτσι κάνουν οι φίλοι. Αγωνιστικά, η κόντρα δυο ομάδων της ίδιας πόλης, τις «έτρεφε» ώστε να γίνονται καλύτερες. Ένας σοβαρός αντίπαλος σε κάνει καλύτερο. Φτάσαμε κοντά στο να χάσουμε κάποιο τίτλο, αλλά ο θεός του Άρη ήταν πάντα μεγάλος. Προσωπικά, πίστευα πάντα ότι ήμαστε ένα σκαλί επάνω σαν ομάδα».
Λάθη κάνατε; Σας κατηγορούν πολύ για το θέμα της κατασκευής ενός ιδιόκτητου γηπέδου, το οποίο ο Άρης εδικαιούτο, αλλά λένε ότι δεν το κυνηγήσατε.
«Δεν ήταν απλό το θέμα του γηπέδου. Εκτός από τον ΠΑΟΚ που με συγκυρία έκανε το γήπεδό του, σε ένα οικόπεδο που δωρίστηκε και με την υποστήριξη της πολιτείας για πολιτικούς λόγους, καμιά ομάδα δεν έκανε γήπεδο. Ούτε οι μεγάλες του εξωτερικού είχαν ιδιόκτητο γήπεδο. Δεν ήταν απλά και εύκολα τα πράγματα. Το διεκδίκησα όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε, αλλά ήταν καθαρά θέμα πολιτικής βούλησης. Έμειναν στα λόγια οι υποσχέσεις των πολιτικών. Βέβαια, δεν είμαι εγωιστής. Έκανα λάθη, μπορεί και πολλά, αλλά δεν είχα κακή πρόθεση. Δεν ήμουν επαγγελματίας παράγοντας. Προσπαθούσα σαν ερασιτέχνης, άλλωστε και ο Α.Σ. ήταν υπό την προεδρία μου και μάλιστα, τότε, ο Άρης έβγαινε κάθε χρόνο κορυφαίος Σύλλογος στην Ελλάδα με την μεγαλύτερη συγκομιδή τίτλων σε πάρα πολλά αθλήματα».
Έμεινε απωθημένο η μη κατάκτηση ενός πρωταθλητριών; Και που ήταν ο Άρης ποιο κοντά. Στην Γάνδη, το Μόναχο ή την Σαραγόσα;
«Όλα θα τα κερδίζαμε. Σας το λέω ειλικρινά. Ακόμη και στην ΦΙΜΠΑ αυτό πίστευαν οι αξιωματούχοι της. Ο Βασιλακόπουλος όμως δεν το ήθελε και μας το έδειχνε με τις τρικλοποδιές της ΕΟΚ για το θέμα του ξένου, όπως σας είπα. Για τα φάιναλ φορ τώρα, θεωρώ ότι στην Γάνδη μας στοίχισε η απειρία. Στο Μόναχο ήταν η κακιά στιγμή του επεισοδίου του Γιαννάκη στον ημιτελικό. Στην Σαραγόσα θα κάναμε περίπατο, σας το λέω ειλικρινά, αλλά ήμασταν πολύ άτυχοι. Είχε σοβαρό πρόβλημα στην μέση ο Βράνκοβιτς, ενώ είχε πρόβλημα τραυματισμού και ο Γιαννάκης πριν το φάιναλ φορ. Συγκυρίες και ΕΟΚ μας στοίχισαν ένα, τουλάχιστον, κύπελλο πρωταθλητριών».
Τέλος πρώτου μέρους
Πηγή: Arena Press
